παροιμία

παροιμία
1) dicton
2) proverbe

Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό. 2015.

Поможем написать курсовую

Regardez d'autres dictionnaires:

  • παροιμία — παροιμίᾱ , παροιμία proverb fem nom/voc/acc dual παροιμίᾱ , παροιμία proverb fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμίᾳ — παροιμίαι , παροιμία proverb fem nom/voc pl παροιμίᾱͅ , παροιμία proverb fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμία — Απόφθεγμα σύντομο και συχνά πνευματώδες, με αρχαία παράδοση και μεγάλη διάδοση, το οποίο, με μορφή καμιά φορά μεταφορική, εκφράζει μια ηθική παραίνεση ή μια σκέψη ή έναν κανόνα, καταστάλαγμα όλα της πείρας. Η συντομία, η δηκτικότητα, ο… …   Dictionary of Greek

  • παροιμία — η σύντομη λαϊκή φράση που δηλώνει ή διδάσκει πειραχτικά μια αλήθεια: Τον Αράπη σαπουνίζεις; το σαπούνι σου χαλνάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παροιμίας — παροιμίᾱς , παροιμία proverb fem acc pl παροιμίᾱς , παροιμία proverb fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμίαι — παροιμία proverb fem nom/voc pl παροιμίᾱͅ , παροιμία proverb fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμίαν — παροιμίᾱν , παροιμία proverb fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιῶν — παροιμία proverb fem gen pl παροιμιάζω cite the Proverbs of fut part act masc voc sg παροιμιάζω cite the Proverbs of fut part act neut nom/voc/acc sg παροιμιάζω cite the Proverbs of fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμίαις — παροιμία proverb fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμίη — παροιμία proverb fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιάζω — Α [παροιμία] 1. μέσ. παροιμιάζομαι α) κάνω κάτι παροιμία, καθιστώ κάτι παροιμιώδες («ὁ τὸν θεὸν πρῶτον παροιμιασάμενος», Πλάτ.) β) μιλώ με παροιμίες, εκφράζω κάτι με παροιμίες, κάνω χρήση παροιμίας για να εκφράσω κάτι («τοιαυτά φασιν ἄνθρωποι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”